Η δημόσια κυκλοφορία σε οδούς γίνεται από οχήματα και πεζούς. Μεταξύ τους δημιουργείται σχέση εντάσεως, όταν οι πεζοί πρόκειται να διασχίσουν ή κινηθούν σε οδόστρωμα χρησιμοποιούμενο για την οδική κυκλοφορία. Η σύγκρουση αυτή μεταξύ των χρηστών της κυκλοφορίας επιχειρείται να λυθεί με τη ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη σε σύμπραξη με την αρμόδια διοικητική υπηρεσία. Ειδικότερα τούτο επιδιώκεται να γίνει με τη δημιουργία διαβάσεων πεζών με σηματοδότηση ή όχι για πεζούς και οχήματα.
Η βασική νομοθετική ρύθμιση περιέχεται στην περ. ε΄ της παρ.4 του άρθ. 38 ΚΟΚ και ορίζει ότι: Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται, αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων.
Από την άλλη, εφόσον πεζός επιχειρήσει να διασχίσει οδόστρωμα, τότε κατά κανόνα σε περίπτωση ατυχήματος με θύμα τον πεζό, η αποκλειστική υπαιτιότητα θα βαρύνει τον οδηγό του οχήματος. Συνήθως η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού θα προκύπτει από την υψηλή ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου ορίου στο σημείο του ατυχήματος, και την επιδεικνυόμενη αμέλεια του οδηγού, ο οποίος, ενώ θα έπρεπε και θα μπορούσε, δεν αντιλαμβάνεται τον πεζό διασχίζοντα το οδόστρωμα. Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις ο πεζός θα έχει διανύσει το μείζον τμήμα του οδοστρώματος όταν παρασύρεται από το όχημα και θα υπολείπεται μόνο μικρό τμήμα αυτού. Μεγάλη σημασία εμφανίζει το ζήτημα όταν το ατύχημα γίνεται νύκτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό ή όταν επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες, παρακωλύουσες την ορατότητα (π.χ. δυνατή βροχή, καπνός, ομίχλη, χιονόπτωση κλπ.)
Αξίζει να επισημανθεί η υπ΄αριθ. 19275/1997 δικαστική απόφαση ΜΠρΑθ, η οποία με βάση την παραδοχή ότι ο πεζός είχε διανύσει από το πλάτους 16μ. οδόστρωμα απόσταση 14,5μ. δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού, κρίνοντας συγχρόνως ότι η ανίχνευση στο αίμα του πεζού οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,04%ο δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο πεζός, ενόψει της ανιχνευθείσης ποσότητας οινοπνεύματος, τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης, η οποία κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης επηρεάζει την ικανότητα του προσώπου να προβαίνει σε ακριβείς κατά προσέγγιση εκτιμήσεις των αποστάσεων. Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι η μέθη του πεζού δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθότι αυτός, μολονότι ευρισκόμενος σε αυτήν την κατάσταση, είχε διανύσει σχεδόν όλο το πλάτος του οδοστρώματος, συνεπώς η υπαιτιότητα βαρύνει αποκλειστικά τον οδηγό του οχήματος.
Τα πράγματα καθίστανται περισσότερο δυσχερή όταν το ατύχημα υπήρξε θανατηφόρο για τον πεζό γιατί, σε αυτήν την περίπτωση, δεν μπορεί να διευκρινισθεί το άνω ζήτημα.

